Οφείλω να παραδεχτώ πως δεν έχω παρακολουθήσει από πολύ κοντά τα δρώμενα του Αστέρα. Είναι κι αυτό ένας απ’ τους λόγους που δεν έχω γράψει τελευταία. Πλην όμως μπορούμε πλέον, ύστερα απ’ την τέταρτη αγωνιστική η οποία σφραγίστηκε από την ολοκληρωτική αντιστροφή του κλίματος για την αρκαδική ομάδα, να διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις.
Είναι χαρακτηριστικό της ψυχοσύνθεσής μας μάλλον, εννοώ ως Έλληνες, να έχουμε ακραίες αντιδράσεις όπως να ενθουσιαζόμαστε ή να απογοητευόμαστε πολύ εύκολα αλλά και να εναλλάσσουμε διαδοχικά αυτά τα συναισθήματα εν «ριπή οφθαλμού», πολλές φορές μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη αιτία. Κύριο και σημαντικό πεδίο εμφάνισης των παραπάνω αποτελεί ο χώρος του αθλητισμού.
Οι αρχικές μουρμούρες για την απόδοση του Αστέρα, που ήταν και εν μέρει δικαιολογημένες αλλά οπωσδήποτε βιαστικές ως προς την οξύτητά τους, έδωσαν τη θέση τους στη γνωστή μας «υποβόσκουσα δυσαρέσκεια» και στην παραφιλολογία για απομάκρυνση του προπονητή της ομάδας. Το σενάριο δεν επαληθεύτηκε αλλά δημιουργήθηκε η αίσθηση πως ο Μάριο Γκόμεζ βρέθηκε αν όχι μετέωρος, τουλάχιστον υπό επιτήρηση.
Αυτά ανήκουν στο παρελθόν και μέχρι να μας απασχολήσουν πάλι έχουμε μπροστά μας ένα διαφορετικό, εξίσου περίπλοκο αλλά τουλάχιστον ευχάριστο, πονοκέφαλο ή μια «καυτή πατάτα», για να χρησιμοποιήσουμε μια μοδάτη έκφραση. Ο Αστέρας βρίσκεται στη δεύτερη θέση με οκτώ βαθμούς προς το παρόν, με δύο παιχνίδια να εκκρεμούν. Επίσης είναι αήττητος και διαθέτει μια απ’ τις καλύτερες άμυνες, έχοντας δεχτεί μόλις δύο τέρματα ( 0,5 γκολ ανά παιχνίδι). Η καλύτερη δυνατή διαχείριση αυτής της «αναπάντεχα» καλής αρχής είναι τώρα το ζητούμενο.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ακολουθηθεί η εύκολη οδός, όπως συνήθως γίνεται σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Δηλαδή η χαλάρωση και ο εφησυχασμός όχι μόνο των ποδοσφαιριστών αλλά κυρίως του προπονητή. Δεδομένου του ότι οι δύο επόμενοι αγώνες είναι εντός έδρας και μάλιστα με θεωρητικά εύκολους αντιπάλους ( Λεβαδειακό, Εργοτέλη ) μπορεί κάλλιστα να πέσει στην παγίδα – ρίσκο να αλλάξει την αγωνιστική φιλοσοφία προς το επιθετικότερο.
Κι αυτό θα γινόταν για να ικανοποιηθούν οι φωνές, εντός και εκτός ομάδας, που επιθυμούν προσπάθεια, έστω, για θεαματικό ποδόσφαιρο. Αυτό σίγουρα όλοι το θέλουμε αλλά νομίζω η ασφαλέστερη οδός ώστε να επιτευχθεί είναι αυτή που ακολούθησε μέχρι τώρα ο Αργεντίνος προπονητής, αλλά με κάποιες βελτιώσεις.
Χρειάζεται περισσότερη προσοχή στην άμυνα, κυρίως όταν η μπάλα βρίσκεται στο έδαφος διότι ως τώρα οι αμυντικοί του Αστέρα παίρνουν πολύ καλό βαθμό στις εναέριες μονομαχίες. Οπωσδήποτε πρέπει να δουλευτεί περισσότερο το θέμα της κατοχής μπάλας και του σωστού τρόπου μεταφοράς της προς την επίθεση. Σε αυτό μάλλον υπάρχει το μεγαλύτερο πρόβλημα που εντόπισα εγώ τουλάχιστον σε αυτές τις πρώτες αγωνιστικές.
Ωστόσο τα πράγματα έδειξαν να καλυτερεύουν στη Νέα Σμύρνη, με κάποιες πολύ ωραίες επιθετικές ενέργειες, με αποκορύφωμα τη φάση του τρίτου γκολ. Και θα δώσουν μεγάλες βοήθειες προς αυτή την κατεύθυνση οι Ζεάν και Ρίος, αλλά και η ενσωμάτωση στο επιθετικό παιχνίδι του Αστέρα των ακραίων χαφ, όποιοι κι αν είναι αυτοί.
Επίσης ο Μάριο Γκόμεζ ενδεχομένως κληθεί να αντιμετωπίσει και το κενό που θα υπάρξει αν ο Καρντόσο απουσιάσει για μεγάλο (;) χρονικό διάστημα. Εκεί θα θωρακίσει το κέντρο δίνοντας άλλο στήριγμα στο Μπαστία ή θα αλλάξει τη διάταξη δίνοντας διαφορετική λύση.
Θεωρώ ότι ο προπονητής του Αστέρα θα βρει τις λύσεις στα θέματα που προαναφέραμε έχοντας και συμμάχους τόσο την άνεση που δίνει η βαθμολογική συγκομιδή, όσο την αλλαγή προς το καλύτερο της διάθεσης του φίλαθλου κόσμου αλλά και τη στήριξη που, έστω και για λίγο, θα έχει πλέον απ’ τη διοίκηση της ομάδας.
Και κλείνω λέγοντας πως η προσπάθεια για θέαμα δεν είναι θέαμα. Θέαμα για μένα είναι η αμυντική ασφάλεια και θωράκιση, σε συνδυασμό με την σωστή κατοχή μπάλας ( passing game ), την ελαχιστοποίηση του ρίσκου πίσω απ’ το κέντρο του γηπέδου αλλά και την πραγματοποίηση σωστών, γρήγορων, ομαδικών και ουσιαστικών αντεπιθέσεων.
Υ. Γ. 1 Το έχω ξαναγράψει και το έχω ξαναπεί απ’ το ραδιόφωνο. Είναι μεγάλη υπόθεση για κάθε προπονητή να έχει στη διάθεσή του ένα επιθετικό – φορ με αυτή την οξυδέρκεια, την ομαδικότητα, την απλότητα και τη γνώση της θέσης του - παίκτης περιοχής – όπως είναι ο Ντάνιελ Τσέζαρεκ. Και δεν είναι μόνο αυτά. Βρίσκει και δίχτυα…
Υ. Γ. 2 Η αμυντική σταθερότητα – βελτίωση του Ολυμπιακού οφείλεται κυρίως σε ένα ποδοσφαιριστή με θητεία επτά ετών στην Premiership με τη φανέλα της Άστον Βίλα και ενός πέρσι με τη Γιουβέντους αλλά και βασικού στελέχους επί σειρά ετών με την εθνική Σουηδίας. Τον έχω παρακολουθήσει και γνώριζα την αξία του. Επειδή ποδοσφαιρικά τον εκτιμώ πολύ θεωρούσα απίθανο να τον δούμε στα ελληνικά γήπεδα. Όμως είναι εδώ και μοιάζει ανίκητος. Σε συζήτηση με φίλους αυθόρμητα τον αποκάλεσα «μεταγραφή της δεκαετίας» για τον Ολυμπιακό. Σίγουρα πιθανόν κάνει και άσχημα παιχνίδια. Αλλά ξεχειλίζει ποιότητα και ανεβάζει το πρεστίζ του πρωταθλήματος. Είναι ο Ούλοφ Μέλμπεργκ. Παρακολουθήστε τον και τα ξαναλέμε.
Υ. Γ. 3 Ο Παναθηναϊκός απέκτησε ποιοτικούς ποδοσφαιριστές κυρίως απ’ τη μέση και μπροστά. Αυτό έχει ήδη φανεί στο ελληνικό πρωτάθλημα. Για άλλη μια χρονιά όμως δεν φρόντισε να επενδύσει σε ένα ικανό κεντρικό αμυντικό. Έτσι αν και ο Μπιάσμιρ δείχνει καταρχήν καλά στοιχεία, ίσως δεν είναι ακόμα έτοιμος να αναλάβει αυτό το ρόλο. Κάπως σώθηκε η κατάσταση αμυντικά με την τελευταίας στιγμής απόκτηση του Σεϊταρίδη. Οι «πράσινοι» θέλουν πολύ τον τίτλο και δείχνουν να έχουν εστιάσει εκεί. Όσο μεγαλύτερος είναι ο ανταγωνισμός τόσο το καλύτερο για εμάς που ίσως παρακολουθούμε ένα απ’ τα καλύτερα πρωταθλήματα των τελευταίων ετών, με δυνατές τις ομάδες της Θεσσαλονίκης αλλά και επαρχιακές δυνάμεις καθόλου αμελητέες. Αναμένουμε τα καλύτερα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου